abrasive saw
ab
ˈəb
αμπ
ra
reɪ
ρει
sive
sɪv
σιβ
saw
sɔ:
σο

Ορισμός και σημασία του "abrasive saw"στα αγγλικά

01

τριβείο πριόνι, κοπτήρας με τριβείο

a power tool equipped with a circular abrasive disc or blade used for cutting through metal, masonry, or other hard materials by grinding or abrasive action 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
abrasive saws
Παραδείγματα
The worker used an abrasive saw to cut through the thick metal pipe. 

Ο εργάτης χρησιμοποίησε ένα τριπτικό πριόνι για να κόψει το παχύ μεταλλικό σωλήνα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store