to abrade
ab
ˈəb
ēb
rade
reɪd
reid
abrase

Ορισμός και σημασία του "abrade"στα αγγλικά

to abrade
01

τρίβω, καταστρέφω με τριβή

to gradually consume or destroy through friction or erosion over time 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
abrade
γ΄ ενικό πρόσωπο
abrades
ενεστώτα μετοχή
abrading
απλός αόριστος
abraded
παθητική μετοχή
abraded
Παραδείγματα
The sand abraded the stone statue as waves washed over it daily. 

Η άμμος τρίβει το πέτρινο άγαλμα καθώς τα κύματα το έπλεναν καθημερινά.

02

τρίβω, γυαλίζω με τριβή

to clean or polish a surface through rubbing or friction 
Παραδείγματα
She abraded her skin raw in the bath trying to scrub off the stain. 

Ξέσκισε το δέρμα της στο μπάνιο προσπαθώντας να τρίψει τον λεκέ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store