Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to abrade
01
τρίβω, καταστρέφω με τριβή
to gradually consume or destroy through friction or erosion over time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
abrade
γ΄ ενικό πρόσωπο
abrades
ενεστώτα μετοχή
abrading
απλός αόριστος
abraded
παθητική μετοχή
abraded
Παραδείγματα
Her fingers abraded over the years from playing guitar.
Τα δάχτυλά της τρίβηκαν με τα χρόνια από το παίξιμο της κιθάρας.
02
τρίβω, γυαλίζω με τριβή
to clean or polish a surface through rubbing or friction
Παραδείγματα
He abraded the rust from the metal with coarse sandpaper.
Τρίψαμε τη σκουριά από το μέταλλο με χοντρό γυαλόχαρτο.
Λεξικό Δέντρο
abrader
abrade



























