Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bow down
01
υποκλίνομαι, προσκυνώ
to lower one's body in a gesture of respect or submission, often by bending at the waist or knees
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
down
βασικό ρήμα
bow
ενεστώτας
bow down
γ΄ ενικό πρόσωπο
bows down
ενεστώτα μετοχή
bowing down
απλός αόριστος
bowed down
παθητική μετοχή
bowed down
Παραδείγματα
They would bow down in prayer every morning, seeking guidance and strength.
Θα γκέμιζαν στην προσευχή κάθε πρωί, αναζητώντας καθοδήγηση και δύναμη.
1.1
σκύβω, προσκυνώ
get into a prostrate position, as in submission



























