bow and arrow
bow
ˈbəʊ
bew
and
ænd
ānd
a
æ
ā
rrow
rəʊ
rew

Ορισμός και σημασία του "bow and arrow"στα αγγλικά

01

τόξο και βέλος, τόξο με βέλος

a weapon consisting of arrows and the bow to shoot them 
bow and arrow definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bows and arrows
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store