Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bow and arrow
01
τόξο και βέλος, τόξο με βέλος
a weapon consisting of arrows and the bow to shoot them
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bows and arrows



























