cardmaking
card
ˈkɑ:d
καντ
ma
meɪ
μει
king
kɪng
κινγκ

Ορισμός και σημασία του "cardmaking"στα αγγλικά

01

δημιουργία καρτών, διαδικασία κατασκευής χειροποίητων καρτών

the process of creating handmade cards for various occasions such as birthdays, holidays, weddings, and other special events 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cardmakings

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

cardmaking

card

+

making

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store