ratchet wrench
rat
ˈræ
ραι
chet
ʧɪt
τσιτ
wrench
rɛnʧ
ρεντσ

Ορισμός και σημασία του "ratchet wrench"στα αγγλικά

Ratchet wrench
01

κλειδί ρελέ, κλειδί με τριχοειδή μηχανισμό

a hand tool that features a ratcheting mechanism, allowing for continuous rotation in one direction while preventing backward movement 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
ratchet wrenches
Παραδείγματα
He reached for the ratchet wrench to fix the loose part under the car. 

Έπιασε το κατσαβίδι με τριχοειδή μηχανισμό για να διορθώσει το χαλαρό εξάρτημα κάτω από το αυτοκίνητο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store