Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Paracord
01
παρακόρδ, ελαφρύ και ανθεκτικό νάιλον σχοινί
a lightweight and durable nylon rope that was originally used in the suspension lines of parachutes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
paracords



























