tonalism
to
ˈtəʊ
tew
na
li
li
sm
zəm
zēm
totalism

Ορισμός και σημασία του "tonalism"στα αγγλικά

01

τονισμός, τονικιστικό στυλ

an American landscape painting style popular in the late 19th century, characterized by its use of muted colors and soft, atmospheric effects 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tonalisms
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store