Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Toothing
01
οδοντοποίηση, αυλάκωση
a method of creating grooves or roughening surfaces to enhance the bond between new and existing masonry or concrete
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο



























