Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pointille
01
τεχνική κουκκίδας
a printmaking technique in which dots of ink are applied in patterns to create tones, textures and images
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pointilles
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
pointillism
pointillist
pointille



























