Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Boundary wall
01
τοίχος ορίου, περιμετρικός τοίχος
a structure built to mark and enclose the boundary or perimeter of a property, providing separation and security between neighboring properties or areas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
boundary walls



























