Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Timber wall
01
ξύλινος τοίχος, τοίχος από ξύλο
a wall constructed primarily using timber or wood as the main material
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
timber walls



























