timber wall
Pronunciation
/tˈɪmbɚ wˈɔːl/

Ορισμός και σημασία του "timber wall"στα αγγλικά

01

ξύλινος τοίχος, τοίχος από ξύλο

a wall constructed primarily using timber or wood as the main material
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
timber walls
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store