bounty
boun
ˈbaʊn
μπαουν
ty
ti
τι
bouncy

Ορισμός και σημασία του "bounty"στα αγγλικά

01

γενναιοδωρία, ανοιχτοχέρια

generosity evidenced by a willingness to give freely 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
bounties
02

αφθονία, περιουσία

the property of copious abundance 
03

ανταμοιβή, επίδομα

a reward or payment given as motivation for completing a task or reaching an objective 
Παραδείγματα
The company offered a generous bounty for employees who referred qualified candidates. 

Η εταιρεία προσέφερε μια γενναιόδωρη ανταμοιβή για τους υπαλλήλους που συνέστησαν κατάλληλους υποψηφίους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

bounteous
bountiful
bounty
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store