Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Louvered door
01
πόρτα με περσίεν, πόρτα με λούβρες
a door that is equipped with slatted or angled openings, known as louvers, to allow for ventilation and airflow while providing privacy and some level of security
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
louvered doors



























