Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Anthemion
01
ανθέμιο, μοτίβο ανθέμιου
a decorative motif in the form of stylized flower or leaf, typically used in ancient Greek and neoclassical architecture
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
anthemia



























