Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cresset
01
πυράκια, λάμπα λαδιού
a decorative or functional vessel for holding burning material, used for lighting purposes
παλαιά χρήση
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cressets
LanGeek



























