Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
New Classicism
01
Νέος Κλασικισμός, Σύγχρονος Νεοκλασικισμός
an architectural style that combines classical design elements with contemporary aesthetics and technologies
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο



























