Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Calotte
01
καλότ
a small, dome-like or vaulted structure, often used as a decorative element or as a covering for a specific area
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
calottes



























