Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bouncy
01
αναπηδών, ελαστικός
having the ability to quickly spring back or rebound when pressed down or impacted
Παραδείγματα
Her curly hair had a bouncy texture, springing back into shape after being tousled.
Τα σγουρά μαλλιά της είχαν μια ελαστική υφή, επιστρέφοντας στο σχήμα τους αφού ταράχτηκαν.
02
ενεργητικός, ζωηρός
having a lively, energetic, and resilient quality
Παραδείγματα
The bouncy rhythm of the song kept the audience engaged during the concert.
Ο ζωηρός ρυθμός του τραγουδιού κράτησε το κοινό δεμένο κατά τη διάρκεια της συναυλίας.
Λεξικό Δέντρο
bounciness
bouncy
bounce



























