bouncy
Pronunciation
/ˈbaʊnsi/

Ορισμός και σημασία του "bouncy"στα αγγλικά

01

αναπηδών, ελαστικός

having the ability to quickly spring back or rebound when pressed down or impacted
bouncy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
bounciest
συγκριτικός βαθμός
bouncier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her curly hair had a bouncy texture, springing back into shape after being tousled.
Τα σγουρά μαλλιά της είχαν μια ελαστική υφή, επιστρέφοντας στο σχήμα τους αφού ταράχτηκαν.
02

ενεργητικός, ζωηρός

having a lively, energetic, and resilient quality
approving
informal
Παραδείγματα
The bouncy rhythm of the song kept the audience engaged during the concert.
Ο ζωηρός ρυθμός του τραγουδιού κράτησε το κοινό δεμένο κατά τη διάρκεια της συναυλίας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store