Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Wendigo
01
ουέντιγκο, ένα μυθικό πλάσμα από τον αλγκοκινικό θρύλο
a mythical creature from Algonquian folklore, known for its cannibalistic nature and association with cold winter weather
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wendigos



























