wendigo
wen
ˈwɛn
ven
di
di
go
gəʊ
gew

Ορισμός και σημασία του "wendigo"στα αγγλικά

01

ουέντιγκο, ένα μυθικό πλάσμα από τον αλγκοκινικό θρύλο

a mythical creature from Algonquian folklore, known for its cannibalistic nature and association with cold winter weather 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wendigos
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store