barbecue grill
bar
ˈbɑ:
μπα
be
μπι
cue
kju:
κγου
grill
grɪl
γκριλ

Ορισμός και σημασία του "barbecue grill"στα αγγλικά

Barbecue grill
01

σχάρα μπάρμπεκιου, ψησταριά

a cooking device used for grilling food, typically consisting of a metal grate placed over an open flame or heat source 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
barbecue grills
Παραδείγματα
He spent the afternoon cleaning the barbecue grill in preparation for the summer cookout. 

Πέρασε το απόγευμα καθαρίζοντας το ψησταριά μπάρμπεκιου ως προετοιμασία για το καλοκαιρινό μπάρμπεκιου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store