Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Clicker
01
κλικερ, συσκευή κλικ
a small handheld device used as a training tool for pets, such as dogs or cats, to reinforce positive behavior by producing a distinct clicking sound when pressed
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
clickers
Παραδείγματα
The trainer used a clicker to teach the dog how to sit on command.
Ο εκπαιδευτής χρησιμοποίησε ένα clicker για να διδάξει το σκύλο να κάθεται με εντολή.
Λεξικό Δέντρο
clicker
click



























