Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Kneeling chair
01
καθιστό για γονατισμό, καρέκλα γονατισμού
a type of chair designed to help improve posture and reduce lower back pain by distributing weight between the buttocks and shins and providing support for the knees
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
kneeling chairs
Παραδείγματα
She spent hours working on her computer with the kneeling chair, feeling less discomfort than usual.
Πέρασε ώρες δουλεύοντας στον υπολογιστή της με την καθίσμα γονατιστή, νιώθοντας λιγότερη δυσφορία από το συνηθισμένο.



























