Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Steampunk
01
steampunk, ατμο-ρετροφουτουρισμός
a subgenre of science fiction and fantasy that typically features steam-powered machinery, often set in a Victorian or Edwardian-inspired alternate history
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
steampunks
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
steampunk
steam
punk



























