Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Basket chair
01
καθίσμα ψάθας, καρέκλα καλάθι
a type of chair that features a basket-shaped seat made of woven materials such as wicker, rattan, or cane
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
basket chairs
Παραδείγματα
The child curled up in the basket chair, playing with her toys.
Το παιδί κουλουριάστηκε στην καθίκα ψάθας, παίζοντας με τα παιχνίδια του.



























