Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
well-thumbed
01
πολυδιαβασμένος, φθαρμένος από τη χρήση
(of a book, magazine, etc.) having been read many times and showing signs of wear and use, particularly on its pages
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most well-thumbed
συγκριτικός βαθμός
more well-thumbed
διαβαθμίσιμο



























