antinovel
an
ˌæn
αιν
ti
ti
τι
no
ˈnɒ
νο
vel
vəl
βαλ

Ορισμός και σημασία του "antinovel"στα αγγλικά

01

αντιμυθιστόρημα, μη παραδοσιακό μυθιστόρημα

a type of novel that intentionally avoids traditional narrative structures, character development, and plot 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
antinovels

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

antinovel
novel
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store