Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bottom out
01
φτάνω στο κάτω μέρος, φτάνω στο χαμηλότερο σημείο
to hit the lowest point before things get better
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
bottom
ενεστώτας
bottom out
γ΄ ενικό πρόσωπο
bottoms out
ενεστώτα μετοχή
bottoming out
απλός αόριστος
bottomed out
παθητική μετοχή
bottomed out
Παραδείγματα
The company's profits bottomed out last year but are on the rise now.
Τα κέρδη της εταιρείας έφτασαν στο χαμηλότερο σημείο πέρυσι αλλά τώρα αυξάνονται.
02
έρχομαι σε επαφή με το έδαφος ή μια επιφάνεια, αγγίζω το έδαφος ή μια επιφάνεια
to come into contact with the ground or a surface
Παραδείγματα
The ball bounced and bottomed out on the basketball court.
Η μπάλα αναπήδησε και άγγιξε το πάτο στο γήπεδο μπάσκετ.



























