Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bipack
01
μπιπάκ
a filmmaking technique that involves exposing two rolls of film simultaneously
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bipacks
Λεξικό Δέντρο
bipack
pack



























