Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sequence shot
01
σειρά λήψεων, μακρά λήψη
a long take that spans an entire scene or sequence, with no cuts or interruptions in the camera movement or action
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sequence shots



























