actuality
ac
ˌæk
āk
tua
ˈʧuæ
chooā
li
ty
ti
ti
lethalityfrugalityformalitymortality

Ορισμός και σημασία του "actuality"στα αγγλικά

01

πραγματικότητα, ενεργότητα

the state or quality of being real, existing, or true 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The documentary provided a glimpse into the actuality of life in a remote village. 

Το ντοκιμαντέρ προσέφερε μια ματιά στην πραγματικότητα της ζωής σε ένα απομακρυσμένο χωριό.

Λεξικό Δέντρο

actuality
actual
actu
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store