Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Labiaplasty
01
λαβιοπλαστική, χειρουργείο χειλών κόλπου
a surgical procedure performed on the female genitalia to alter the size or shape of the inner or outer lips, known as the labia, for cosmetic or functional purposes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
labiaplasties



























