out and about
out
aʊt
awt
and
ənd
ēnd
a
ə
ē
bout
ˈbaʊt
bawt

Ορισμός και σημασία του "out and about"στα αγγλικά

out and about
01

έξω και ενεργός, σε περιπλάνηση

out of the house or office, and actively engaged in various activities, especially outdoors 
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
Out and about in the city, he explored new cafés and bookstores. 

Εκτός και απασχολημένος στην πόλη, εξερεύνησε νέα καφέ και βιβλιοπωλεία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store