Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
out and about
01
έξω και ενεργός, σε περιπλάνηση
out of the house or office, and actively engaged in various activities, especially outdoors
Παραδείγματα
The doctor advised him to rest, but he was already out and about by the afternoon.
Ο γιατρός του συμβούλευσε να ξεκουραστεί, αλλά ήταν ήδη έξω και ενεργός το απόγευμα.



























