bots
Pronunciation
/ˈbɔts/

Ορισμός και σημασία του "bots"στα αγγλικά

01

προνύμφες μυγών, σκουλήκια

the larval stage of certain flies that infest mammals like horses and cattle, causing health problems
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bots
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store