button-through
button
'bʌtənθru:
batēnthroo
through

Ορισμός και σημασία του "button-through"στα αγγλικά

button-through
01

κουμπωμένος μέχρι κάτω, ασφαλισμένο με κουμπιά σε όλο το μήκος

(of clothing) secured with buttons in a vertical row along the entire length of the garment 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
clothing, fastening

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store