Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Twerk
01
twerk, χορός κούνημα των γλουτών
a dance move characterized by rapid, repeated hip thrusts and shaking of the buttocks
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
twerks
to twerk
01
twerk, χορεύω με σεξουαλικά προκλητικό τρόπο κουνώντας γρήγορα τους γοφούς και τους γλουτούς μου μπρος πίσω
to dance in a sexually provocative manner by rapidly moving and thrusting one's hips and buttocks back and forth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
twerk
γ΄ ενικό πρόσωπο
twerks
ενεστώτα μετοχή
twerking
απλός αόριστος
twerked
παθητική μετοχή
twerked



























