Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Echappe
01
διαφυγή
a jump from a closed to an open position with pointed feet, and then returning to the closed position
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
échappés



























