Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Peghead
01
κεφαλή πιρουνιού, μηχανισμός κούρδισματος
the part of a guitar or similar stringed instrument that houses the tuning pegs or mechanism to hold the strings at the top of the instrument
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pegheads
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
peghead
peg
head



























