gancho
gan
ˈgæn
γκαιν
cho
ʧoʊ
τσου
/ɡˈantʃəʊ/

Ορισμός και σημασία του "gancho"στα αγγλικά

01

αγκίστρι ποδιού, τύλιγμα ποδιού

a leg hooking or wrapping action used in partner dancing, particularly in tango and Latin dances
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ganchos
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store