Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gancho
01
αγκίστρι ποδιού, τύλιγμα ποδιού
a leg hooking or wrapping action used in partner dancing, particularly in tango and Latin dances
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
ganchos



























