panada
pa
na
ˈnɑ:
naa
da
pandapanama

Ορισμός και σημασία του "panada"στα αγγλικά

01

παναντα, πιάτο φτιαγμένο από ψωμί/ψίχουλα και υγρό

a dish made from bread/breadcrumbs and liquid, used in stuffing, dumplings, and as a thickener for soups and sauces 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
panadas
Παραδείγματα
The creamy panada added a velvety texture to the chicken croquettes. 

Η κρεμώδης panada πρόσθεσε μια βελούδινη υφή στα κροκέτες κοτόπουλου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store