waacking
Pronunciation
/wˈɑːkɪŋ/
whacking

Ορισμός και σημασία του "waacking"στα αγγλικά

01

ένα στυλ χορού γνωστό για τις γρήγορες κινήσεις των χεριών, τις πόζες και το εκφραστικό στυλ απόδοσης

a dance style known for its fast arm movements, poses, and expressive performance style
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
waackings
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store