Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sora
01
σόρα, νερόκοτα σόρα
a small, secretive migratory bird with brown and black plumage, found in wetlands across North and Central America
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
soras



























