speckled wood
Pronunciation
/spˈɛkəld wˈʊd/

Ορισμός και σημασία του "speckled wood"στα αγγλικά

01

στικτό ξύλο, πεταλούδα του δάσους

a species of butterfly with brown wings that have white spots
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
speckled woods
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store