Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cashpoint
01
αυτόματη ταμειακή μηχανή, ATM
a machine, usually located outside a bank or in a public place, where customers can withdraw cash using a bank card or credit card
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cashpoints
Παραδείγματα
The cashpoint was out of service, so he had to find another one.
Το ATM ήταν εκτός λειτουργίας, έτσι έπρεπε να βρει ένα άλλο.
Λεξικό Δέντρο
cashpoint
cash
point



























