Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Deli slicer
01
τεμαχιστήρι για χασάπικο, κοπτήρας για εδέσματα
*** a tool used in butcher shops and delicatessens to slice meats, sausages, cheeses and other deli products
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
deli slicers



























