Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Deli slicer
01
τεμαχιστήρι για χασάπικο, κοπτήρας για εδέσματα
* a tool used in butcher shops and delicatessens to slice meats, sausages, cheeses and other deli products
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
deli slicers
LanGeek



























