Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Autosport
01
αυτοκινητοαθλητισμός, μηχανοκίνητος αθλητισμός
* a global term used to encompass the group of competitive sporting events which primarily involve the use of motorized vehicles
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
autosports
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
autosport
sport



























