Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to talk up
01
εξυμνώ, προωθώ
to speak positively or enthusiastically about something or someone to promote or increase its value, importance, or popularity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
talk
ενεστώτας
talk up
γ΄ ενικό πρόσωπο
talks up
ενεστώτα μετοχή
talking up
απλός αόριστος
talked up
παθητική μετοχή
talked up
Παραδείγματα
She talked up the benefits of the new product during the presentation.
Εξύμνησε τα οφέλη του νέου προϊόντος κατά την παρουσίαση.



























